neasmyrni.net.gr neasmyrni.net.gr neasmyrni.net.gr
Αρχική Υγεία Η ΣΧΕΣΗ ΓΙΑΤΡΟΥ & ΑΡΡΩΣΤΟΥ
facebook
Έχουμε 8 επισκέπτες συνδεδεμένους
ARTION 2016-small lux new 001 akadimos118x118 autopragmatosi Kyvellou-new
του  ΔΗΜ.  Χ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Ψυχίατρου - Ψυχοθεραπευτή, e-mail :psoa.10 @gmail.com

Η ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ μιας στενής , θετικής  και σταθερής σχέσης ανάμεσα στο γιατρό και τον άρρωστο έχει θεραπευτική σημασία. Αυτό ισχύει για οποιονδήποτε άρρωστο, είτε πάσχει  από σωματικό νόσημα, είτε πάσχει από ψυχικό νόσημα... Η σχέση γιατρού - αρρώστου μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να εξασφαλιστεί η απαραίτητη προυπόθεση για κάθε θεραπευτική παρέμβαση, δηλαδή η συμμόρφωση στη θεραπεία. Υπάρχουν επίσης ενδείξεις ότι μπορεί να τροποποιήσει την αποτελεσματικότητα μιας θεραπείας (π.χ. την έκβαση μιας χειρουργικής επέμβασης), να μειώσει την πιθανότητα εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών (π.χ. συγχυτικών παραληρημάτων μετά από χειρουργική  επέμβαση) και να αμβλύνει τις επιπτώσεις από μια αποτυχημένη θεραπευτική παρέμβαση.
Επομένως είναι ένα εργαλείο στα χέρια του γιατρού που μπορεί να χρησιμοποιηθεί προς όφελος του αρρώστου.
Τα άτομα που συμμετέχουν στη σχέση δηλαδή ο γιατρός και ο άρρωστος, φέρνουν στη σχέση τη προσωπική τους ιστορία, δηλαδή τη γενετική τους προικοδότηση, τα παιδικά τους βιώματα, το χαρακτήρα του, τις εμπειρίες τους, τις προσωπικές τους συνήθειες και προκαταλήψεις, το κοινωνικό-οικονομικό, μορφωτικό και πολιτισμικό τους επίπεδο. Πρόκειται λοπόν για μια πολύπλοκη και πολυδιάστατη σχέση.
Η σημασία της σχέσης του γιατρού με τον άρρωστο του συνήθως παραμελείται, γιατί ο γιατρός δεν έχει την εκπαίδευση, το χρόνο και ίσως ούτε τη διάθεση να ασχοληθεί μαζί της.
Υπάρχει μιά γενική υποεκτίμηση της θεραπευτικής σημασίας της σχέσης και οι επιπτώσεις της υποεκτίμησης αυτής αφορούν κατά κύριο λόγο τον άρρωστο (που η θεραπεία του παραβλάπτεται), αλλά και το γιατρό (που δεν έχει τα θεραπευτικά αποτελέσματα που θα περίμενε).
Στην ψυχιατρική, η σημασία της σχέσης γιατρού αρρώστου έχει επισημανθεί εδώ και πολλά χρόνια. Οι ψυχοθεραπευτικές παρεμβάσεις οποιασδήποτε έμπνευσης έχουν ως προυπόθεση την ύπαρξη ή το χτίσιμο μιας τέτοιας σχέσης και είναι πολλοί αυτοί που πιστεύουν ότι το θεραπευτικό αποτέλεσμα της ψυχοθεραπείας  εξαρτάται περισσότερο από την προσωπικότητα του θεραπευτή, την προσωπικότητα του θεραπευόμενου και τη σχέση μεταξύ τους και λιγότερο από το είδος της ψυχοθεραπείας που εφαμόζεται.
Ας δούμε τώρα ποιοί βασικοί ψυχολογικοί μηχανισμοί συντελούν στη διαμόρφωση της σχέσης του γιατρού με τον άρρωστο του.
Στην παιδική μας ηλικία βρισκόμαστε σε μια σχέση εξάρτησης από τους γονείς μας. Μαθαίνουμε ότι κάθε μας επιθυμία ικανοποιείται, κάθε πόνος μαλακώνει και κάθε πρόβλημα λύνεται με την παρέμβαση των παντοδύναμων ενηλίκων, που μας προστατεύουν και μας αγαπούν. Αυτούς τους ενηλίκους επικαλούμαστε σε περίπτωση κινδύνου ή δυσπραγίας με τη προσδοκία βοήθειας, μια προσδοκία που σπάνεια διαψεύδεται.
Αυτή η προσδοκία βοήθειας αναβιώνει όταν αργότερα, ως ενήλικοι, τυχαίνει να αρρωστήσουμε και να καταφύγουμε στη βοήθεια του γιατρού. Στο πρόσωπο του γιατρού μεταβιβάζουμε την προσδοκία βοήθειας που είχαμε παλαιότερα από του γονείς μας.
Με ψυχαναλυτικούς όρους, το φαινόμενο αυτό λέγεται μεταβίβαση.
Μεταβιβάζουμε τις θετικές μας προσδοκίες από τους γονείς μας στο γιατρό, περιμένοντας από το γιατρό την ίδια θετική συμπεριφορά που είχαν απέναντί μας οι γονείς μας.
Εμπιστευόμαστε  το γιατρό και συνεργαζόμαστε μαζί του. Τι γίνεται τώρα στην περίπτωση που οι παιδικές εμπειρίες από τους γονείς ήταν αρνητικές; Στην περίπτωση αυτή, αντί  για εμπιστοσύνη υπάρχει καχυποψία απέναντι στο γιατρό, η συνεργασία παραβλάπτεται και η θεραπευτική σχέση παίρνει καιρό να εγκατασταθεί ή δεν εγκαθίσταται ποτέ, με αυτονόητες αρνητικές συνέπειες και επιπτώσεις στην υγεία του ασθενούς.
Ένας άλλος ψυχολογικός μηχανισμός που μπορεί να παίξει θετικό ρόλο είναι ο μηχανισμός της ταύτισης, ένας μηχανισμός που αναπτύσσεται σε όλους μας από τα παιδικά μας χρόνια μέχρι την ενήλικη ζωή. Ταυτιζόμαστε με σημαντικά πρόσωπα στη ζωή μας, γονείς, δασκάλους, ηθοποιούς, πολιτικούς  και θέλουμε να τους μοιάσουμε.  Ο γιατρός (ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που η θεραπεία είναι μακροχρόνια) μπορεί να παίξει ένα θετικό ρόλο, προσφέροντας τον εαυτό του  ως πρότυπο για ταύτιση. Βέβαια αναγκαία προυπόθεση για τις θετικές επιπτώσεις μιας τέτοιας ταύτισης είναι το πρότυπο να έχει θετικές ιδιότητες.
Στο σημείο αυτό είναι σκόπιμο να τονιστεί ότι ο γιατρός εκτός από τις γνώσεις, πρέπει να  έχει και τις κατάλληλες δεξιότητες και στάσεις.
Ποιές είναι οι δεξιότητες  και στάσεις  που πρέπει να έχει ο γιατρός για να αποκτήσει μια θετική θεραπευτική σχέση με τον άρρωστό του;
- Πρώτα-πρώτα πρέπει να μάθει να ακούει. Αυτό δεν είναι εύκολο για ένα γιατρό που είναι συνηθισμένος να προσεγγίζει τις κλινικές καταστάσεις  με ανυπομονησία και βιασύνη και πάντα από θέση ισχύος.
- Πρέπει να μάθει να ακούει και αυτά που δεν λέγονται, δηλ. να αντιλαμβάνεται  τα υπόγεια ρεύματα της επικοινωνίας, που πολλές φορές δίνουν πιο σημαντικές πληροφορίες από αυτές που προκύπτουν από τη λεκτική επικοινωνία. Να αντλεί ενδείξεις για τα συναισθήματα και τις αντιδράσεις του αρρώστου από την έκφραση του προσώπου του, από τις κινήσεις του σώματός του, από τις αιφνίδιες σιωπές του και από τις άλλες εξω-λεκτικές αντιδράσεις.
- Πρέπει να μπορεί να ακούει συγχρόνως αυτά που λέγονται και αυτά που δεν λέγονται, αναγνωρίζοντας ότι η επικοινωνία δύο ανθρώπων γίνεται συγχρόνως σε πολλά επίπεδα.
- Πρέπει να έχει ενεργό και ειλικρινές ενδιαφέρον για τον άρρωστό του και να εγκαθιστά θεραπευτική συμμαχία μαζί του .
- Πρέπει να έχει σαφή αντίληψη των ορίων μιας θεραπευτικής σχέσης και να μην υποκύπτει στον πειρασμό αποκλίσεων από το καθαρά επαγγελματικό χαρακτήρα της σχέσης .
Συμπερασματικά, η διαμόρφωση και συντήρηση μιας θεραπευτικής σχέσης γιατρού - ασθενούς δεν υπαγορεύεται μόνο από το ανθρωπιστικό ή δεοντολογικό καθήκον. Είναι ένα εργαλείο στα χέρια του γιατρού, που μπορεί και πρέπει να χρησιμοποιηθεί επαγωγικά για την υγεία του ασθενούς.

Βιβλιογραφία: Γ.Ν.ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ
κ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ (ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ)