ΕΠΙΤΑΚΤΗ Η ΜΕΙΩΣΗ ΧΡΗΣΗΣ ΤΩΝ AΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΤΟΥΣ ΘΕΡΜΟΥΣ ΜΗΝΕΣ

6 υπερβάσεις του ορίου επιφυλακής (180 μικρογαμμάρια) του όζοντος σημειώθηκαν τη χρονιά που μας πέρασε στη Νέα Σμύρνη σύμφωνα με την επίσημη έκθεση του ΥΠΕΧΩΔΕ για το 2006, η οποία δημοσιοποιήθηκε στα μέσα Απριλίου. Ο δήμος μας έρχεται δεύτερος στις υπερβάσεις του όζοντος, ενώ την πρωτιά με 10 υπερβάσεις είχαν οι Θρακομακεδόνες στους οποίους μάλιστα στις 26 Ιουνίου καταγράφτηκε και υπέρβαση του ορίου συναγερμού, που είναι τα 240 μικρογραμμάρια. Ευτυχώς, δεν παρατηρήθηκαν υπερβάσεις των ορίων των τιμών για το Διοξείδιο του Θείου, το Διοξείδιο του Αζώτου, το Μονοξείδιο του Άνθρακα, οι τιμές των οποίων έχουν μειωθεί αισθητά και τείνουν να σταθεροποιηθούν σε ικανοποιητικά επίπεδα.

ΕΠΙΤΑΚΤΗ Η ΜΕΙΩΣΗ ΧΡΗΣΗΣ ΤΩΝ AΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΤΟΥΣ ΘΕΡΜΟΥΣ ΜΗΝΕΣ

6 υπερβάσεις του ορίου επιφυλακής (180 μικρογαμμάρια) του όζοντος σημειώθηκαν τη χρονιά που μας πέρασε στη Νέα Σμύρνη σύμφωνα με την επίσημη έκθεση του ΥΠΕΧΩΔΕ για το 2006, η οποία δημοσιοποιήθηκε στα μέσα Απριλίου. Ο δήμος μας έρχεται δεύτερος στις υπερβάσεις του όζοντος, ενώ την πρωτιά με 10 υπερβάσεις είχαν οι Θρακομακεδόνες στους οποίους μάλιστα στις 26 Ιουνίου καταγράφτηκε και υπέρβαση του ορίου συναγερμού, που είναι τα 240 μικρογραμμάρια. Ευτυχώς, δεν παρατηρήθηκαν υπερβάσεις των ορίων των τιμών για το Διοξείδιο του Θείου, το Διοξείδιο του Αζώτου, το Μονοξείδιο του Άνθρακα, οι τιμές των οποίων έχουν μειωθεί αισθητά και τείνουν να σταθεροποιηθούν σε ικανοποιητικά επίπεδα.

Το όζον αλλά και τα αιωρούμενα σωματίδια φαίνεται σύμφωνα με την έκθεση του ΥΠΕΧΩΔΕ ότι αποτελούν τους μεγαλύτερους κινδύνους για την ατμόσφαιρα, ενώ αν δεν ληφθούν εγκαίρως μέτρα το 2010 η πρωτεύουσα θα έχει υπερβάσεις στο διοξείδιο του αζώτου, αλλά και το βενζόλιο.

Οι υψηλές τιμές και οι υπερβάσεις του όζοντος και του διοξειδίου του αζώτου (Ο3, ΝΟ2) δικαιολογούνται σε μεγάλο βαθμό από τις ιδιαίτερες κλιματικές συνθήκες που επικρατούν στη χώρα μας, δεδομένου ότι το όζον ευννοείται από την έντονη ηλιακή ακτινοβολία και τις υψηλές θερμοκρασίες, που βοηθούμενες και από τις κλιματολογικές αλλαγές του πλανήτη μας τα τελευταία χρόνια γίνονται όλο και πιο έντονες, ενώ το ημερήσιο μέγιστο τους εμφανίζεται τις μεταμεσημβρινές ώρες όταν η ένταση της ηλιακής ακτινοβολίας φτάνει το μέγιστο.

Αντίθετα οι παραδοσιακοί ρύποι (CO, NO, SO2), όπως το μονοξείδιο του άνθρακα, το μονοξείδιο του αζώτου και το διοξείδιο του θείου παρουσιάζουν μεγαλύτερες τιμές τους μήνες του χειμώνα στη λειτουργία της κεντρικής θέρμανσης και στη χειρότερη λειτουργία των μηχανών του αυτοκινήτου λόγω του ψύχους.

Το όζον παρόλο που έχει την ευεργετική ιδιότητα να απορροφά την επιβλαβή υπεριώδη ακτινοβολία του ήλιου, σε μεγάλες συγκεντρώσεις προκαλεί προβλήματα στην ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον. Προκαλεί διαταραχές στην αναπνευστική λειτουργία, πόνους στο στήθος, βήχα, άσθμα, ενώ έχει δυσμενής επιπτώσεις και στα φυτά, μειώνει την παραγωγή στις καλλιέργειες και προκαλεί ζημιές στη δασική βλάστηση.

Κυριότερες πηγές ρύπων που συντελούν στη δημιουργία όζοντος είναι τα οχήματα, τα εργοστάσια, τα βενζινάδικα κ.ά. Αυτονόητο λοιπόν είναι ότι το πρώτο απλό και άμεσο μέτρο που πρέπει να ληφθεί είναι η μείωση της χρήσης των οχημάτων και σ’ αυτό μπορούμε και πρέπει να βοηθήσουμε όλοι.

ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΑ

Στην πόλη μας λειτουργεί από το 1984 ένας από τους 17 σταθμούς μέτρησης της ατμοσφαιρικής ρύπανσης της Αττικής, ο οποίος ελέγχεται από το Τμήμα Ποιότητας της Ατμόσφαιρας του ΥΠΕΧΩΔΕ. Στο σταθμό αυτό μετρούνται οι τιμές του Διοξειδίου του Θείου, του Αζώτου, του Όζοντος και του Μονοξειδίου του Άνθρακα.

Με βάση τα επίσημα στατιστικά στοιχεία, προκύπτει ότι το Διοξείδιο του Θείου μετά από μια αλματώδη αύξηση (34 έως 49 μg/m3 ) που είχε την περίοδο 1991- 1996 φέτος έπεσε στα 11 μικρογραμμάρια τη χαμηλότερη τιμή από το 1984, ενώ το Μονοξείδιο του Άνθρακα σταθεροποιήθηκε τα τελευταία χρόνια στα 0,8 – 0,9 μικρογραμμάρια (μείωση πάνω από 55-60% από το 1984). Αντιθέτως τα στατιστικά δεν είναι καθόλου καλά για το Διοξείδιο του Αζώτου το οποίο από το 2000 όπου είχε φτάσει στα ιστορικά υψηλά των 53 μg/m3 κατάφερε να σταθεροποιηθεί τα τελευταία χρόνια στα 43-45 μg/m3 παραμένει όμως σε σχεδόν διπλάσιες τιμές από το 1984-85 και το όζον, το οποίο με εξαίρεση το 2004, όπου είχε πέσει στα 39 μg/m3 , παραμένει από το 1990 σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα. άνω των 50 μg/m3.